ΕΥΤΥΧΙΑ ΠΑΠΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ - Μια μηχανή παραγωγής στίχων


 

 ΤΑΔΕ ΕΦΗ

 «Εγώ γράφω τραγούδια και τα πουλώ. Από 'κει και πέρα δεν ανακατεύομαι αν θα πιάσουν ή όχι, αν θα βγουν ή δε θα βγουν σε δίσκους. Μόλις τα παραδώσω υπογράφω και μια δήλωση παραιτήσεως απο διάφορα δικαιώματα, ας πούμε απαρνούμαι τα μνευματικά μου τέκνα.»
 Εφ. "Ακρόπολις", 29/1/1960

 «Κάθησε. Μπορεί να είναι η τελευταία μου συνέντευξη και θέλω να τα πω όλα. Ξέρεις με τόσα σουξέ γιατί δεν αξιοποιήθηκα οικονομικώς; Γιατί μετά το θάνατο της κόρης μου το 1960, για να ξεχάσω στράφηκα στα χαρτιά. Ήταν η καταστροφή μου. Ξενύχτια, εμπνεύσεις, μόχθος, χάθηκαν πάνω στην πράσινη τσόχα. Όλα έγιναν καπνός.»
 Συνέντευξη στον Δημήτρη Λυμπερόπουλο.
 

 

 

 

 

 



Σε κάποια εξοχή, δεύτερη από αριστερά. (Αχρονολόγητη φωτογραφία)

 

 

 

 

 

 


  Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση.

 

 


  Με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, λίγο πριν πεθάνει.

 
  Δυο πόρτες έχει η ζωή ... και ένα δρομολόγιο από μικρά ή μεγάλα πάθη. Το δρομολόγιο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, είχε τα πάντα. Εντάσεις, καημούς, λύπες, χαρές, πάθη. Αγαπησιάρα, ιδιότροπη, καλομαθημένη, πεισματάρα, μποέμισσα, μερικά από τα συστατικά που θα μπορούσαν να χαρακτηρίσουν ένα προικισμένο πλάσμα, όπως η «κυρία» Ευτυχία. Μια... μηχανή [με αισθητήρες] παραγωγής στίχων ή απλώς μια γυναίκα που έγραφε στίχους
και τους πουλούσε;

  Σύμφωνα με την αστυνομική της ταυτότητα η Ευτυχία Χατζηγεωργίου - Οικονόμου, αργότερα Νικολαΐδου και τελικά Παπαγιαννοπούλου γεννήθηκε το 1896 στο Αϊδίνι της Μ. Ασίας και πέθανε στις 7 Ιανουαρίου του 1972 στην Αθήνα. Ήρθε στην Ελλάδα το 1922, έχοντας ήδη στα χέρια της πτυχίο δασκάλας. Μπορεί, βέβαια, να μην εργάστηκε ποτέ ως δασκάλα, δούλεψε όμως ως ηθοποιός (1926 - 1942). Είχε μέσα της το "μικρόβιο" της ηθοποιού, της "θεατρίνας" και ήταν αυτό, που την οδήγησε κάποια στιγμή να παρατήσει τα πάντα, να διαλύσει τον - πρώτο - γάμο της και να γίνει θεατρίνα, δουλεύοντας μάλιστα για καιρό και στο θίασο της Μαρίας Κοτοπούλη.

  Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, σύμφωνα με όσα έχει πει η εγγονή της, Ρέα Μανέλη, έγραφε από... πάντα. Κανείς από αυτούς που την γνώρισαν δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το πότε ξεκίνησε να σκαρώνει στο χαρτί, - ή πάνω στα πακέτα των τσιγάρων της - τους πρώτους στίχους. Αυτό που θα πρέπει να θεωρηθεί σίγουρο, είναι ότι ξεκίνησε να γράφει πρώτα ποιήματα, υπάρχει μάλιστα και μια μικρή ποιητική συλλογή με τίτλο «φλογέρα και άρπα», η οποία όμως σήμερα αγνοείται. Η Ρέα Μανέλη σε συνέντευξή της στο περιοδικό "Μελωδία" [Ιούνιος 2000] έλεγε χαρακτηριστικά:

«...έγραφε πάντα, αλλά δεν έδινε σημασία. Τα έγραφε και τα πέταγε, τα έσκιζε. Μπορούσε να έχει τελειώσει ένα στιχάκι και, επειδή δεν είχε σπίρτα, να του βάλει φωτιά στη σόμπα για να ανάψει το τσιγάρο της.»

  Η πρώτη της επαφή με το τραγούδι έγινε στο τέλος της δεκαετίας του ’40. Λίγο αργότερα ήρθε και η δισκογραφία. "Διαβατήριό" της, η Μαρίκα Νίνου. Αυτή την έφερε σε επαφή με τον Β. Τσιτσάνη. Τα δυο πρώτα τραγούδια που έγραψε ήταν τα: «Στο παλιόσπιτο ετούτο» και «Πήρα τη στράτα κι έρχομαι». Αυτό ήταν... ένα βότσαλο στη λίμνη! Η "πιάτσα" ξαφνιάζεται, ψάχνεται και βρίσκει στο πρόσωπο της Μικρασιάτισσας Ευτυχίας... φλέβα! Ο Βασίλης Τσιτσάνης άρχισε να αγοράζει τα τραγούδια της. Πολλοί και εκλεκτοί ήταν αυτοί που την πλησίασαν για τους στίχους της και συνεργάστηκαν μαζί της: Μανώλης Χιώτης, Απόστολος Καλδάρας, Στέλιος Χρυσίνης, Σταύρος Τζοτυανάκος, Κώστας Καπλάνης, Μπάμπης Μπακάλης, Στέλιος Καζαντζίδης, κ.ά. Το όνομά της απουσίαζε σχεδόν πάντα από τους δίσκους και, εκτός από τον Καλδάρα που της έδινε τα ποσοστά της, όλοι οι άλλοι ή σχεδόν όλοι οι άλλοι....

 Πολύ αργότερα ο Μάνος Χατζιδάκις πρωτόβαλε το όνομά της στο βυνίλιο, στο τραγούδι «Είμ’ αϊτός χωρίς φτερά». Ήταν - περίπου - η περίοδος που έγραψε κάποια "έντεχνα" τραγούδια με τους Χατζιδάκι, Ξαρχάκο, Μούτση κ.ά.

  Λέει ο Eliot: «Τον αδύναμο άνθρωπο τον τρώνε τα δικά του πάθη».
Λένε ότι η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου δεν είχε μεγάλες αδυναμίες. Τα στεγανά της δε μπάζανε. Έτσι λένε. Είχε όμως πάθη. Η τσόχα, η πόκα ήταν ένα πολύ μεγάλο πάθος της. Εκεί έτρωγε τα χρήματα από τα στιχάκια που "σκότωνε". Και να φανταστεί κανείς, πως από κάποια στιγμή κι ύστερα έπαιρνε τέσσερις συντάξεις! Πουλούσε για ελάχιστα χρήματα τους στίχους της [σχεδόν τους χάριζε]. Δεν την ενδιέφερε η στιχουργική καριέρα, ούτε και η υστεροφημία της. Ήθελε απλώς να μην πηγαίνει "πάσο". Αν κάποιος σήμερα επιχειρήσει να καταγράψει, να ταξινομήσει το έργο της, θα διαπιστώσει πως μόλις 160 τίτλοι υπάρχουν στο όνομά της. Πόσα όμως κυκλοφορούν με άλλο όνομα, ενώ είναι κοινό μυστικό πως τα έγραψε αυτή; Και τελικά πόσα είναι τα τραγούδια της; Δύσκολο να απαντηθεί. Μήπως όμως δεν έχει και τόση σημασία; Δεν πρόκειται για αναζήτηση του χαμένου θησαυρού. Ο θησαυρός είναι εδώ. Έστω κι αν κάποιο - μάλλον το μεγαλύτερο - κομμάτι του δεν φέρει την υπογραφή της μυθικής "Κυρίας" του ελληνικού τραγουδιού!

  Στο πρόσωπο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου η λαϊκή στιχουργία γνώρισε την αποθέωση. Δημιούργησε "σχολή" και μας δίδαξε την δημοτική, την γλώσσα μας! Με ιωνική σπουδή, αλλά χωρίς περιττά λογοτεχνικά τερτίπια, περιέγραψε την ανθρώπινη ψυχή, φιλτράροντας όλην την λαϊκή αλλά και λόγια, ποιητική μας παράδοση. Τα τραγούδια της, αποτελούν μνημεία πολιτισμού και πάγιες αξίες που συγκινούν κάθε Έλληνα: "Ειμ’ αϊτός χωρίς φτερά", "Γυάλινος κόσμος", "Ηλιοβασιλέματα", "Δυο πόρτες έχει η Ζωή"...
Αυτό το τελευταίο, γράφτηκε για να θρηνήσει τον αδόκητο θάνατο της κόρης της. Το πούλησε 500 δρχ στον Καζαντζίδη μαζί με την "Μαντουμπάλα". Ο δίσκος 45 στροφών που προέκυψε είναι μακράν το εμπορικότερο 45αρι, με καταμετρημένα ενάμισι εκατομμύριο αντίτυπα, χωρίς να έχει τελειώσει ακόμα (!) η εκκαθάριση. Φέρει την υπογραφή του Στέλιου Καζαντζίδη. Αλλά, όπως και ο ίδιος ευχερώς δήλωνε, η "Μαντουμπάλα" είναι σε μουσική του μεγάλου Ινδού δημιουργού Ravi Sangar, διασκευασμένη από την ομάδα των μουσικών με τους οποίους συνεργάζονταν, που έγραψαν τη μουσική και για το "Δυο πόρτες έχει η ζωή", για το οποίο υπάρχουν επώνυμες μαρτυρίες πως είναι του Βασίλη Καραπατάκη. Και τα δυο είναι γραμμένα από την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου.
Τι ειρωνεία... από τα αμέτρητα ποσοστά του δίσκου αυτού - τα λεφτά που πάντα αναζητούσε για να τα "καταθέσει" στην τσόχα - δεν πήρε παρά ψίχουλα. Ενώ πήρε αυτό που ποτέ δεν γύρεψε: Την Υστεροφημία!